Αναρτήσεις

Εμφανιζόμενη ανάρτηση

Aν κάποιος σου πει,ότι είσαι χρυσός ανεκτίμητος τι θα πεις;

Εικόνα
O χρυσός και οι αντίκες ,ανεβάζουν τις αξίες..!
Πάντα... δείχνουν την ουσία και περίσσια σημασία!
Την αξία τους μαθαίνεις ...,
Όταν στον χρόνο επιμένεις ...!!
Γιατί ο χρυσός είναι γιατρός ,
Ένας πολύ καλός σαν δάσκαλος
Για πολλούς,είναι ανεκτίμητος
Και για άλλους ο κίνδυνος
Όσο κι αν προσπαθήσει κάποιος ,να τον αλλοιώσει
Αυτός έχει βήμα το χρόνο
Σαν μάθεις ποια είναι η πραγματική του αξία
Κανείς δεν θα σου την στερήσει.
Γιατί στην άγνοια της αξίας
Δεν ξέρεις ποια είναι η ουσία
Οπότε αν σε ξενίζει ,να μείνεις μακριά !


Πένα και Γραφή
Γεωργία Κατσιώρα

Εις Μνήμην Των Αθώων Ψυχών!

Εικόνα
Κάποτε το φονικό όπλο,Αδόλφος Χίτλερ
Έδωσε χρίσμα,στον εγωισμού του
Χωρίς ψυχή και μόνο με εξουσία
Στην βοερή παρέλαση
Με σιωπηλά πτώματα
Με οίστρο στο πέρασμα,της λογικής του
Ζητώντας βίαια και με σκοπό
Την εξόντωση των Εβραίων
Αυτοί που δήθεν,τους ονόμασαν
"Άχρηστες Ζωές"
Και τους αποτελείωσε,σαν κτήνος
Από το μένος ,τη λύσσα και
Την τόση κακία του
Σκοτείνιασε τα πρόσωπα τους,με δόλο
Το μόνο που άφησε,στο πέρασμα του
Είναι σκιές και πόνο,στα αθώα βλέμματα
Χωρίς ψυχή και δίχως τύψεις
Βάπτισαν με θράσος,τα κορμιά
"Ξένα Σώματα και Διανοητικά Νεκρά"
Φράσεις που έγραψαν,των Ναζί τα δάχτυλα
Σ εκείνο με αίμα
Κόκκινο και σκοτεινό βιβλίο
Σκοπός τους,μόνο ο Αφανισμός
Σε όλη την Ευρώπη
Με τα τομάρια,να ωθούν
Πολιτικά και με σειρά,εκατομμύρια λαό
Στη μάζωξη,για ολική εξόντωση
Μίλησαν για την" Μόνη Λύση"
Ξεκινώντας το 33 με αποκλεισμό
Παίρνοντας τους,ότι είχαν και δεν είχαν
Τους στέρησαν τα θέλω
Και με την εξουσία,καβάλησαν την αδικία
Και έκαψαν, τα πάντα
Φυλάκισαν…

Οι Τιτάνες Ξορκίζουν Το Δήθεν!

Εικόνα
Σ ένα τοπίο μαγευτικό
Που φυσά τη μυρωδιά,της θάλασσας
Μ ανθούς στα πράσινα λουλούδια
Και ουρανό,να δίνει χρώμα
Στις μυρωδιές του Σεπτέμβρη
Ακούς φωνές,από παιδιά
Που ξέγνοιαστα χαμογελούν
Με δύο πλευρές και δύο σταθμά
Θωρείς από τη μια, μικρούς Τιτάνες
Και από την άλλη,μεγάλους Δήθεν
Ανθρώπινα καμώματα
Με αυτοθυσία,στην εσωστρέφεια
Την αγάπη,στην αυτοκαταστροφή
Που μόλις ένιωσε την κολακεία
Τρόμαξαν όλα,τα πουλιά
Φόρεσαν μάσκες,απαλά
Κι έκαναν τους φιλόζωους
Τη στιγμή που η ψυχή τους,είναι κενή
Δεν αγαπούν,πέρα απ το γκρι
Και κάπου εκεί,στην ξεγνοιασιά
Μαζεύτηκαν πουλιά και αερικά,
Σκάκι είπαν,να παίξουν
Στα πιόνια,θα τοποθετήσουν
Το σάπιο κρέας,που βαφτίζουν
Σ όλους τους Δήθεν,θα χαρίζουν
Σ αυτούς,που χρόνια έθαβαν
Κι έδιναν,την ψυχή τους
Στο θάνατο της καθημερινότητας
Ανέπτυξαν τον δόλο,του συμφέροντος
Έμαθαν το πόσο χρήσιμες,είναι οι παρωπίδες
Έγιναν επικριτές,μεγάλοι εκτιμητές
Χωρίς να κοιτάν στον καθρέφτη
Τις ψυχές αυτών
Σαν βρεθείς στο σκαλοπάτι της κερκίδας
Πρέπει να κάνεις,μ…

Οι Ορατοί Στο Μάτι Των Αόρατων!

Εικόνα
Βαδίζεις,σ ένα τεντωμένο σχοινί
Στην κόψη,με τις δύο όψεις
Σ ένα τραπέζι ,που έστρωσαν για σένα
Περίτεχνα, Μαύρα Κοράκια
Σαν σήκωσες,την πρώτη πέτρα
Στα ορατά σημάδια
Είδες το μέγεθος του κουστουμιού
Σε μια τρίγωνη αλήθεια
Που σε μετέφερε,στο καπέλο της ασχήμιας
Εσύ μόνη,έρμαιο στην κορυφή της λογικής
Και οι άλλοι δύο,εχθροί αλλά μαζί
Τίποτα δεν είναι ,όπως νόμιζες
Είδες μια κατσαρίδα,κρυμμένη
Στην σκιά της μέρας
Βρήκες το σκουλήκι
Να σέρνει,στην καμπούρα του
Την πληρωμή και την πληροφορία
Και να κοιμάται ξένοιαστα
Με καθαρή συνείδηση στην ανεξαρτησία
Αυτοί καβάλησαν τον δικό σου,ύπνο
Με θράσος,στο δικό σου οίστρο
Που χάραξαν για σένα,οι Αόρατοι
Σαν βάδισες τόσο καιρό,μ αυτούς
Που Δήθεν ήταν Ορατοί
Σ αυτούς που άνοιξαν τον πόλεμο
Και θέλησαν αίμα στη μάχη
Εκεί,πρόβατο σαν είχες πάει
Για εκείνους τους Αόρατους
Ήταν εύκολο,να σε αποτελειώσουν
Πριν Καν αρχίσεις,να μιλάς
Πριν νιώσεις πως φοράς
Περίτεχνα γυαλιά,βλέποντας μονοπάτια
Αυτά που άφησαν οι Ορατοί
Και έκρυψαν σε στοές,οι τόσοι Αό…

Ατσάλινα Πουλιά!

Εικόνα
Κάποτε ήμασταν παιδιά
Θαυμάζαμε βουνά από ψηλά
Και κάναμε όνειρα τρελά
Στα περισσότερα ,αυθόρμητα  Ένα από αυτά που θα θελα να δω
Φτερά στον ουρανό, Να μπορώ κι εγώ να φορώ
Να νιώθω,πως πετώ
Με ανοιχτά τα χέρια
Σαν μάθω να χαμογελώ
Σ ένα ρυθμό ελεύθερο
Πουλί αγέρωχο να νιώσω
Αγάπη στο φιλόσοφο
Στο φαγητό τη γνώση
Θα χω εγκράτεια στο νου
Όσο ανεβαίνω σκάλες
Με τα φτερά να οργώνω Άκρη προς άκρη
Μα κανείς,δεν μου χε πει
Ούτε οι απλοί,ούτε και οι γνωστικοί
Πως όλοι οι λαθροκυνηγοί
Ζητάνε τους καλύτερους
Παλεύουν για το θάνατο
Των σπάνιων πουλιών
Μόλις κρυφτούν οι κυνηγοί
Κι ακούσουν ήχο στη βροντή
Θα ορίσουν το τουφέκι τους
Τα άψυχα θηρία, αυτά που ζουν
Να δουν την ζήλια,στη σκανδάλη
Θα θέλουν,όλο το κουφάρι
Και θα ζητούν να πάρουν
Μαζί τους για το θάνατο,
Τα ελεύθερα πουλιά!
Εκείνα τρέχουν δυνατά
Φτερά στις πύλες,διάπλατα
Ψάχνουν να βρουν μια σπηλιά
Και κράζουνε πιο δυνατά
Στην τόση αδικία
Μα όταν κάπου κουραστούν
Στο στόχαστρο απλά θα μπουν
Σαν μια θηλιά από θάνατο
Με άρωμα από αίμα
Στη σφαίρα του ορίζοντα
Στα άγρια πατήματα

Διψασμένη Γη!

Εικόνα
Σαν ερημικό λουλούδι,καθιστά
Στο σκαλοπάτι του πιάνου
Χαϊδεύοντας με ευαισθησία
Το διψασμένο παραμύθι
Ο πρίγκιπας να καβαλά το άλογο
Διψασμένος στο σκοπό
Μιας περιπέτειας
Σε ονειρικό ταξίδι
Κρατώντας σφιχτά,τα γκέμια
Προσπαθεί να ξορκίσει το κακό
Να ποτίσει,τα δικά του όνειρα
Μέσα από την ελπίδα
Μ ένα τραγούδι στοργικό
Με σταθερή πορεία,
Και κάπου εκεί
Σαν κοντοστάθηκε
Στο ξεραμένο ρυάκι
Ξάφνου συνάντησε
Την ορμή του ποταμού
Να πνίγει τη διψασμένη γη
Των κοιμισμένων ονείρων
Αυτών που η ξηρασία
Γέννησε μνήμες,σε πόλεμο
Χάραξε δρόμους,μέσα από την άμμο
Του καλού και του κακού
Μέσα από αλήθειες,
Βασανισμένων ανθρώπων
Που πέθαναν στην ταύτιση
Του καφέ πέπλου ,και με ρυτιδιασμένα πρόσωπα
Αντίκρισαν,την πράσινη ελπίδα
Σαν φως χαράχτηκε
Στο δρόμο,που χάραξε η αισιοδοξία
Τη στιγμή της γέννησης
Εκεί που ανακαλύπτεις,
πόσο χρήσιμη
Είναι η αναγέννηση
Στη Διψασμένη Γη.


Πένα και Γραφή
Γεωργία Κατσιώρα

Ο Άλλος Μου Εαυτός!

Εικόνα
Βλέμμα από φυσαλίδες
Τα μάτια της ψυχής μου
Μέσα απ τη θάλασσα
Ήλιος θα ξεπροβάλει
Μ ένα κρυμμένο πρόσωπο Χορεύοντας κόντρα στη μάσκα Και στο παραμύθι των αγνώστων
Που σου έφτιαξαν,με ατσάλινο κερί
Όμως το έλιωσες με δάκρυα,στο χρόνο
Αυτό που αναζητώ  Σαν κάτι να θυμίζει Άσχετα ότι κι αν βλέπω  Στο αγκάθινο στεφάνι
Γιατί σαν κρύβεις,το θηρίο
Θα βγει,ο άλλος σου εαυτός
Σαν δεις από απέναντι
Τον φτερωτό σου άγγελο
Με δάχτυλα να χαϊδεύει Τα μαλλιά σε ευκαιρίες
Κι όταν νιώθει τα φύλλα
Θα πενθεί στο χειμώνα
Όμως απ το βαρύ,το κρύο
Θα παγώσει και όσους έχει γύρω
Μέσα τους ένας μακρύς μονόλογος Με λέξεις,συναισθήματα και πράξεις
Σαν κάποιοι να αποζητούν Την ίδια όψη του καθρέφτη Σαν κάτι να μισούν Μα αγάπη δεν τους έδωσαν  Νερό να ξεδιψάσουν
Γι αυτό κι αυτοί
Αναπολούν στη μοναξιά
Βλέπεις η καθημερινή φθορά
Στις ψεύτικες,τις μάσκες
Θα σε πουλήσει,θα σ αγοράσει
Και μόλις δεις τη λεμονιά
Γεμάτη άνθη και χαρά Στη νύχτα του χειμώνα
Θα βγει καθρέφτης της ψυχής
Και σαν τον αντικρίσεις
Θα ναι πάλη …

Στο Δρόμο Για Την Ανατολή Του Πνεύματος!

Εικόνα
Το κρύο νανούρισε την Αγάπη
Με μια υπέρβαση στο χρόνο
Κρατώντας χαμηλά τα βλέφαρα
Στων αδελφών τον πόνο
Μα η χώρα, που το φαίνεστε
Σπάραξε την ισότητα
Με θράσος και με συνοχή
Στο ξέφραγο αμπέλι
Ακόμη ,καλά κρατεί
Γιατί έχει μια επιμονή
Στον ύπνο, του δικαίου
Από την άλλη πάλι, σαν θα δεις 
Δικό σου λίθο
Θα χτίσεις το δικό σου κάστρο
Με πράξεις που θα σου λυτρώσουν
Τα δεσμά της φυλακής
Γιατί με τη διδασκαλία της ψυχής
Ο λόγος λέει αλήθειες
Που μέσα σου, θα σπάζουν φράγματα
Και θα μιλάς με αλληλεγγύη
Μα αλληγορίες σαν θα δώσεις
Κάπου θα βρεις, να ξαποστάσεις
Στο δρόμο για το  Σολομώντα
Συμβολικά  θα περπατάς
Πάνω στη σκάλα της συνείδησης
Με σημάδια απο άγραφους νόμους
Κάπου εκεί, θα βρεις την ελπίδα
Μέσα στο ελεύθερο σου πνεύμα
Μόλις ξυπνήσεις ,απ το κρύο
Ισότητα θα έχεις δώρο
Με τον Ιππότη στον καθρέφτη
Να ψάχνει για τον κληρονόμο
Σαν περιμένει πιόνι ,στη σκακιέρα
Πριν σκεπαστεί με μαύρο χρήμα
Γυρνάς απ'ο την άλλη, την κλεψύδρα
Κι ο χρόνος παύει ,να μετρά
Κι όταν κατάματα
Θα δεις τον ήλιο
Ευχής σ…