Αναρτήσεις

Εμφανιζόμενη ανάρτηση

Aν κάποιος σου πει,ότι είσαι χρυσός ανεκτίμητος τι θα πεις;

Εικόνα
O χρυσός και οι αντίκες ,ανεβάζουν τις αξίες..!
Πάντα... δείχνουν την ουσία και περίσσια σημασία!
Την αξία τους μαθαίνεις ...,
Όταν στον χρόνο επιμένεις ...!!
Γιατί ο χρυσός είναι γιατρός ,
Ένας πολύ καλός σαν δάσκαλος
Για πολλούς,είναι ανεκτίμητος
Και για άλλους ο κίνδυνος
Όσο κι αν προσπαθήσει κάποιος ,να τον αλλοιώσει
Αυτός έχει βήμα το χρόνο
Σαν μάθεις ποια είναι η πραγματική του αξία
Κανείς δεν θα σου την στερήσει.
Γιατί στην άγνοια της αξίας
Δεν ξέρεις ποια είναι η ουσία
Οπότε αν σε ξενίζει ,να μείνεις μακριά !


Πένα και Γραφή
Γεωργία Κατσιώρα

Αγκάθινος Κύκλος..!

Εικόνα
Σαν παραμύθι,φαντασίας
Ξεπροβάλλει στο φως,της μέρας
Πάνω απ το αγκάθινο,στεφάνι
Στο πέπλο που φορά για σένα,η μοίρα
Όταν άπλωσες, πανωφόρι στη βέρα
Δεξιά το τράβηξες,να σε σκεπάσει
Κάποτε,σαν ήσουν αμάθητο,μικρό παιδί
Εκεί που ξάπλωσες με χαμόγελο,στη ρίζα
Κι έμαθες να καταμετράς τον ήλιο
Όταν τα φύλλα σου έπεφταν,το γέρικο χειμώνα
Σε κάποια όμως,έμεινε το χιόνι
Σε αυτά που ήταν,τέρμα δεξιά
Και σ όλα τα αριστερά, κλαριά
Στα μέσα,του βαρύ χειμώνα
Έπλεξα ,τ αγκάθια
Με σχήμα καπνού,για συντροφιά
Μ αυτό το βλέμμα που,παγώνει
Σαν σε κοιτώ δεν κατάματα
Χάνεις το βαθύτερο,νόημα στον κύκλο
Έτσι ψάχνεις κάτι,να σε καθηλώσει
Τη στιγμή,που βρίσκεις έναυσμα σε λέξεις
Που σου θυμίζουν,κάτι απ το παρελθόν
Το χρόνο που βουρκώνει,το βλέμμα
Και τη βροχή,συναισθημάτων
Μέσα απ το νου σου,θα κοιτάς σαν δέντρο
Που στα τεράστια κλαδιά,έριξε σκέψεις
Και με το αίμα σου,για ποτιστήρι
Μέσα απ τις ρίζες,των ματιών σου
Στο βλέμμα σου θα δεις τον κήπο,της αναγέννησης
Στην ροζ ακτίδα,από το φως των λουλουδιών
Μέ…

Η Σιωπή των Αγγέλων..!

Εικόνα
Ακούω στη σιωπή σου,βήματα
Σαν κάποιος,να χτυπά δυνατά
Γιατί ακούω αχνά,στην πόρτα
Κάποιον,να γρατζουνάει μες το σκοτάδι
Να σέρνει,γρήγορα το πόδι
Και σαν μικρό παιδί,να μου γελά
Κάνοντας τη νύχτα, μέρα
Μέσα απ τη ζεστή του,σκέψη
Τη στιγμή που ο χρόνος,πάγωσε το αίμα
Σαν προσπέρασε,το βλέμμα
Ξυστά απ το ξύλινο,ρολόι
Σαν έλιωσες,τον πάγο
Μου πρόσφερες σφηνάκι,από αγίασμα
Με τα φτερά και τα πούπουλα,σαν έρθω
Πάνω,στο μαξιλάρι σου
Θα έχεις το σταυρό,για φυλακτό
Γιατί το βάρος, στην καρδιά
Δεν ειν για μένα,συντροφιά
Σαν αγναντεύω,εκεί στα ψηλά
Με τα λευκά,μεγάλα μου φτερά
Πήρα κι εσένα,συντροφιά
Τη δύναμη μου,να σου δώσω
Κάθε φορά,που κάποιον άγγελο θα βοηθάς
Αυτός θα ρχεται,να με βρίσκει
Στα μέρη τα παλιά
Εκεί που βλέπαμε,αγκαλιά
Την όψη της γαλήνης
Τη στιγμή που σου κράτησα,το χέρι
Κι ένιωθες,αγνή ψυχή
Σαν κάθισες πάνω,στο βράχο
Και μου πες,θέλω να αλλάξω
Πες μου ένα δικό σου,παραμύθι
Εκείνο με τ αέρινα,πουλιά
Που πέταγαν,από ψηλά
Μόλις έγιναν, Άγγελοι
Μ αέρινη ματιά
Και άγγιγμα που,σε …

Μας Κρέμασαν Ταμπέλες...Με Κανελί Φόντο!

Εικόνα
Την Τρίτη,άπλωσα ταμπέλα
Με παλτό,στο γκρι Χειμώνα
Έγειρα τα δάχτυλα,στον ορίζοντα
Τη στιγμή,που στο παραμύθι έζησα
Μέσα απ το βλέμμα,της σοφίτας
Κάτω απ το μικρό,κελάρι
Σαν άνοιξα ένα,μπουκάλι
Ήπια κρασί,στην εικόνα
Έγινα φίλη,με τα άλογα
Και τον Ιππότη,καβάλα
Με πήρε,στη χώρα,του Δαυίδ
Μέσα από τρικυμία,στην άμμο
Σαν άνοιξε η θύελλα,στα δύο
Μέσα στην άμμο,των ματιών σου
Είδα να έρχεται,μια ηρεμία
Εκεί,στον πράσινο Φοίνικα
Έσκασες,ένα μικρό χαμόγελο
Στο λαιμό,μιας μικρής μαϊμού
Σαν ήθελε,παιχνίδια
Έκανε πως μου τράβαγε,τα μαλλιά
Σαν γέλαγα,ξέγνοιαστα
Με σένα,συντροφιά
Και μόλις είδα,σύννεφα για ορίζοντα
Κατάλαβα,πως ήρθε στον ύπνο μου,η μπόρα
Έφυγα τρέχοντας,για να την προσπεράσω
Και χάθηκα,στην έρημο Σαχάρα
Βάζοντας ταμπέλα,στο μονοπάτι του κακού
Σαν άλλαξα πλευρό
Μόλις πήγα,να σηκωθώ
Απ το γλυκό μου,ύπνο
Άνοιξα γρήγορα,τα μάτια
Βάζοντας στις παντόφλες
Το κανελί χρώμα,με γεύση στον καφέ
Έφτιαξα πρωινό,με μέλι
Μόλις άνοιξα καλά το μάτι
Έβαλα,στο τραπέζι
Μπόλικες κούπες,για καφέ και …

Κόκκινο Το Χρώμα Που Σου Άρεσε!!

Εικόνα
Κάθισες δίπλα μου,σιωπηλά
Σαν μπουμπούκι,που μόλις τ άγγιξα
Άνοιξε τα φτερά του,στην ντροπή
Τη στιγμή που μαράθηκαν
Τ αγκάθια,του αγρού
Στο φως,του δικού μου γέλιου
Μέσα απ το πάθος,της γαλήνης
Έμεινα,στον δικό σου ουρανό
Μόλις αντίκρισα,τα κόκκινα Ρόδα
Με τη γλυκά σου,τη ματιά
Εσύ φερόσουν πάντα δειλά,μα ξαφνικά
Φόρεσες,το αγέρωχο ύφος
Σαν ιππότης,που καβαλά το σιωπηλό,του βλέμμα
Και ντροπαλά,κορδώνει ανάστημα
Σαν σκύβει να δέσει,τα λιτά μαλλιά μου
Με την τεράστια,καρδιά του
Που κάθε τόσο,μου χαμογελά
Όταν την πλησιάζω,βαδίζοντας
Με το δικό του,το ρυθμό
Αμήχανα και τρυφερά,κοιτάζεις
Σαν νιώσεις πάνω σου,το χέρι
Να θέλει να σε πάρει,αγκαλιά
Και να σου κλείνει,τα μάτια
Στο ήχο,της γλυκιάς γεύσης
Μέσα απ τη σκέψη,ενός ρομαντικού Βαλς
Μες το χαμό,μιας μελωδίας από πιάνο
Πάνω στη στιγμή που,ταρακούνησες,το άδειο μου
Μικρό παγκάκι,που μέχρι χθες μου ήταν αρκετό
Μόνο στα χρώματα,του γκρι
Γιατί τα Ρόδα, έγιναν πέταλα
Στο πέπλο,που κοιμήθηκα
Με Φθινοπωρινό,το βλέμμα
Με κοίταξες,με πείσμα
Αφο…

Στα Μονοπάτια Της Θέλησης!

Εικόνα
Ένας μοναχικός δρόμος
Αυτός της λέξης,των πλήκτρων
Σαν κλείνω τα μάτια μου,ανοίγω την σκέψη
Με σημάδια,να σκάνε στο πλάι
Σαν πυροτέχνημα,απ τα ξερά κλαδιά
Και τους κορμούς,από τα γέρικα δέντρα
Εγώ έμαθα,να περπατώ μοναχικά
Μέσα στον όχλο και
Στα αρώματα,των λουλουδιών
Μιλώντας,με τον εαυτό μου
Αποζητώ,να αλλάξω ουρανό
Γι αυτό,κοιτάζω πιο ψηλά
Αλλάζοντας τη μελωδία μου,στη θέληση
Σταμάτησα,το χρόνο
Στα απατηλά χτυπήματα,του νου
Ξερίζωσα την αδικία,του ξεχασμένου εαυτού μου
Δίνοντας γεύση,στο νόημα της κλωστής
Μέσα απ τις λέξεις,που ακροβατούν
Μετά τη βάπτιση,του χαρακτήρα μου
Με τη μνήμη,να μην ξεχνά τα λάθη μου
Σαν τα πάτησαν άλλοι
Τη στιγμή που τα ξέβαψε,ο χρόνος
Εκεί που στάθηκα, μάτωσα
Κρατώντας,κόκκινο μαχαίρι
Πριν πω,το τελευταίο αντίο
Στην μάταιη και στην κοινή ζωή
Σαν απλός θνητός,που κάλυψε με λέξεις
Το παγωμένο αίμα,σαν άλλαξε πατρίδα
Κι έγινε ορφανός,από τους μάταιους
Σαν έπλασε μέσα στη νύχτα,τη μέρα
Τράβηξε,απ το λήθαργο
Τ αστέρια,των ματιών του
Σαν άλλαξε ταμπλό,στη βάση

Η Περιγραφή Της Λέξης "Απληστία"..

Εικόνα
Το "Εγώ"σου, πάλλεται
Μες το κύμα,του πένθους
Έχει αντάμα,το θάνατο
Στου βοριά,το κατώφλι
Άναψες,μηχανές στην απληστία
Βάζοντας πλώρη,στο απόλυτο τίποτα
Την ώρα που αψηφάς
Την πείνα και τη δυστυχία
Μα ξέχασες πως πέταξες
Τη σωστή σου,κρίση
Της φόρεσες μαύρο,μαντήλι
Και με τα βουρκωμένα,μάτια
Κάρφωσες,το μαχαίρι μέχρι μέσα
Να φτάσει στην παγωμένη σου,καρδιά
Άγγιξες τα σκυθρωπά σου,χέρια
Μα τρόμαξαν οι ρυτίδες,το χρόνο
Γιατί αράχνιασε το δικό σου,"Εγώ"
Μες τα δικά μου μάτια
Είδες το φως να ανατέλει
Δεν σου δωσα σκοπό,για απληστία
Και συ,με κάθισες στο σκαμνί
Λέγοντας πως κατέχεις,την άρνηση
Σαν καβάλα,σε πήρε ο ύπνος
Στον έρωτα,της ανεπάρκειας
Την ώρα που έβγαλε να σε κεράσει,πάγο
Απ το ποτήρι,του φραπέ
Και κει ταράχτηκες,απ τις φωνές
Γιατί εσύ επέλεξες,να με διώξεις
Μα μην αρνείσαι
Αυτό,που θα πρεπε να είσαι
Άνθρωπος,γεμάτος συναισθήματα
Που γεννά αλληλεγγύη,μέσα από την πράξη
Και διώξει το κενό,στη σκιά
Κρατά μαχαίρι στο κρύο
Κι ας ξέρει,πως δεν αρκεί η ασπίδα
Γιατ…

Ο Φακός Της Ψυχής Σου!

Εικόνα
Σαν ήμουν,μικρό παιδί
Στάθηκα,στου χρόνου το σκαμνί
Κοίταζα σιωπηλά,τον ουρανό
Μ ένα βλέμμα,φωτεινό
Κάνοντας κύκλους,για χορό
Μες το δικό σου,φακό
Ψάχνοντας ψυχές,σε χρόνο αργκό
Ταξίδεψα,σε δικά σου λιμάνια
Με τα μαύρα σου,μαλλιά
Πλέκοντας,κοτσίδες για κατάρτι
Βρήκα,μιαν ήσυχη άκρη
Χωρίς το βλέμμα,στη βαβούρα
Στα μπλε σου χρώματα,η φιγούρα
Με συντροφιά εσένα,δύο πούρα
Και τον φακό,της ψυχής
Με γυάλα μπλε και φόντο να θυμίζει άδειο
Με το φακό, της ψυχής μου
Να δείχνει τα μέρη,που περπάτησα
Στις ανάσες,του χρόνου
Στην κόψη του ξυραφιού
Με το φακός,να εντοπίζει τα πάντα
Δαμάζοντας τα βλέμματα
Και θέτοντας τα όρια
Πορεία γραφής,στο ταξίδι
Της δικής μου,ψυχής
Που κυβερνά,τον έρωτα
Με την εικόνα του απέραντου γαλάζιου.


Πένα και Γραφή
Γεωργία Κατσιώρα